Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΡΑΣΑ


Τους αμόλυντους κι αψεγάδιαστους ήρωες τους θαυμάζω. Μα δεν ξέρω αν τους αγαπώ . Αυτοί έχουνε πλαστεί στον ουρανό, από το πεντάσταγμα του αιθέρα. Ο ανθρώπινος πηλός δεν υπάρχει μέσα τους. Έχει καεί όλος πριν χυθούνε στο καλούπι. Σαν να μην είναι δικοί μας . Σαν να μην αγγίζουνε τη γη, παρά σε κάποια πανύψηλη , χιονοστρωμένη κορυφή, από άχραντο πάγο αγάλματα , ιριδίζοντας σ’ έναν ήλιο που ποτέ δεν βασιλεύει. Ήρωες τέτοιοι μπορεί για μια στιγμή και ν’ απελπίζουν. Ποιος κοτάει ν’ ατενίσει την κατάκλειστη και συνθλιπτική τους τελειότητα.
Άλλους ήρωες συμπαθώ και νομίζω γονιμότερους. Αυτούς που μονάχα , μ’ αγώνα της κάθε στιγμής , μ άπειρες εσωτερικές περιπέτειες και κυματισμούς , παλεύουνε να κάψουνε την ανθρώπινη λάσπη που βαραίνει μέσα τους.. Ακόμα και όταν, τελικοί νικητές , ανεβαίνουνε, σαν αλλόκοτα μετέωρα, για να πάρουνε τη θέση τους στο στερέωμα των αιώνιων αξιών, τους παρακολουθεί μυρωδιά χωματίλας. Είναι παιδιά της γης. Τους νιώθουμε δικούς μας . Η λάμψη της νίκης δεν καταφέρνει να σβήσει τέλεια τα πιο βαθιά χνάρια του εσωτερικού τους αγώνα. Διακρίνουμε τις πλάνες , τις αμφιβολίες και τις λιποψυχίες τους. Βλέπουμε πως η ψυχή τους ήταν φοβερό θέατρο, που ο θεός κι ο διάολος παλεύανε νυχταμέρα.. Καταλαβαίνουμε πως είχανε να κάμουνε με το πιο άθλιο υλικό. Και πως φτάσανε στο θρίαμβο ρίχνοντας κάθε στιγμή στην πλάστιγγα τη θέλησή τους –τη θέληση του αγαθού. Κάθε τέτοιος ήρωας είναι κι από ένα μάθημα . Είναι και από ένας δρόμος που μας ανοίγεται, από ένα χέρι που μας δίνεται:
Θνητοί μη δειλιάζετε! Ελάτε μαζί μου! Κοιτάχτε: Απ’ αυτήν την ίδια λάσπη, τη δική σας είμαι κι εγώ. Μα ο καθένας σας μπορεί –πιστέψτε με , μπορεί –να την κάμει να λάμψει σαν άστρο!
Τέτοια γλώσσα προτιμούσανε φαντάζομαι , οι παλιοί Αθηναίοι , να τους μιλούν οι ήρωές τους. Δεν εξορίζανε το Αριστείδη, γιατί βαρεθήκανε να τον ακούνε δίκαιο. Υστερισμοί τέτοιοι δεν ταιριάζουνε με την ψυχική ισορροπία της κλασσικής ακμής . Μα στη τέλεια αρετή, όπως στη τέλεια ομορφιά υπάρχει κάτι παγερό και σχεδόν τερατώδες, που φτάνει να φοβίζει σαν αδιάκοπος κίντυνος.
Αλκιβιάδη και Θεμιστοκλή! πόσο κοντά μας σας φέρνουν οι μαίαντροι του εσωτερικού δράματός σας ! Πώς η καρδία μας λαχταρά μην προδοθείτε από τον ίδιο τον εαυτό σας και χάσετε την τελευταία στιγμή το γέρας του αγώνα σας !... Νιώθουμε πως αυτό που βράζει μέσα σας , είναι πλούτος ζωής, που η ατσαλένια αρετή του Κίμωνα δεν υποπτευτεί ποτέ.
Ο Δικαίος Παπαφελέσσας είναι απ’ αυτούς τους ήρωες, παιδιά της γης . Φαντάζομαι τις φοβερές απορίες του κλειδοκράτορα του παραδείσου , όταν η ψυχή του διαβολόπαππα παρουσιάστηκε μπροστά του. Θάξυνε τη φαλάκρα του δύο μερόνυχτα. Να του ανοίξει τη πόρτα ή να τον στείλει στο πύρ το εξώτερο; Και που να τον βάλει Ανάμεσα στους αγγέλους θα είχε τη θέση του . Κι ανάμεσα στους διαβόλους το ίδιο. Κι όμως δε θάμενε πουθενά. Όπου και να τον βάζανε θα επαναστατούσε. Ήτανε θύελλα Ανοικονόμητη, ακράτητη, ακατεύθυντη, θολή… Θολή; Ε ναι! Οι άνεμοι που την ξεσηκώνανε φύσαγαν από το μέρος του αγαθού κι από το μέρος του κακού κι από όλα τα μέρη.. Αλλά φυσάγανε πάντα δυνατά. Άστραφτε και βροντούσε και δεν ήξερε καλά καλά τι στέλνει κάτω στα σπαρτά. Την ευλογία του Κυρίου ή την καταστροφή; Ο Παπαφλέσσας αγωνιζότανε κι ο ίδιος να το μαντέψει. Πάσκιζε να σκίσει τα σύννεφα , να αντικρύσει χαρά ήλιού. Και το είδε τέλος μια στιγμή στο Μανιάκι . Η καταιγίδα , παίρνοντας, σιγά σιγά την κυριαρχία πάνω στην ίδια της τη δύναμη , ξοδεύοντάς την για σκοπό, πειθαρχώντας σε μία πορεία , έσβησε τέλος, στη δοξασμένη κορφή, σ’ ένα  πάμφωτο , θαμπωτικό ουράνιο τόξο , απ’ αυτά που σπάνια είδε ορίζοντας ελληνικός.
Όσοι έχουνε συνηθίσει να συλλογίζονται με τέλεια σχήματα και μαθηματικές αλληλουχίες , ας μακραίνουν απ' αυτή τη μορφή. Ο Παπαφλέσσας δικαιώνει όλους εκείνους πού πιστεύανε , πολύ σωστά πως δε χρειάζονται διόλου να μορφωθούν πρώτα ιδανικοί Έλληνες ή Έλληνες απλά έστω, για να φτιάξουν Ελλάδα, μα πως το εναντίο, οι Έλληνες αυτοί θα φτιανόντανε και θα ξεπηδούσαν από τη βράση μέσα του αγώνα: Πώς ο αγώνας θα μόρφωνε συνειδήσεις , αντίς οι συνειδήσεις τον αγώνα. Σ' αυτό το παράξενο αναποδογύρισμα στάθηκε ο Δικαίος μέγα παράδειγμα. 

Η θολή και μπερδεμένη τούτη μορφή, ο “ἑξωλέστατος" άνθρωπος, όπως τον είπε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός , δε στάθηκε όργανο μονάχα σπουδαιότατο στον υπέρτατο αγώνα: Είναι από τους πρώτους-πρώτους , αν μη ο πρώτος , στη σειρά των αληθινών πρωταγωνιστών. Χωρίς αυτόν είναι αδύνατον να φανταστούμε την επανάσταση στο Μοριά. Τι θα μπορούσε να κάμει κι αυτός ακόμη ο Κολοκοτρώνης, αν ο Δικαίος με την παράφορη τόλμη πούφτανε ως ην ασυνειδησία, την έξαλλη ορμή π' άγγιζε την τρέλα και την καταπληχτική αδιαφορία για την εκλογή των μέσων που συνόρευε με την εγκληματικότητα, δεν άναβε την πυρκαγιά με τέτοιον τρόπο , από την μίαν άκρη του Μοριά ως την άλλη, ώστε να βάλει, διαλεχτούς και μάζες, στο φοβερό δίλημμα: Ή να υποταχτούνε στην τρομερότερη σφαγή από τους Τούρκους, ή να τους αντιμετωπίσουν, ανέτοιμοι, έστω, αλλά σαν άντρες, με το σπαθί στο χέρι και με το σύνθημα της λευτεριάς. 
Η θολή και μπερδεμένη τούτη μορφή , ο "εξωλέστατος" άνθρωπος , όπως το είπε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, δε στάθηκε όργανο μονάχα στον υπέρτατο αγώνα. Είναι από τους πρώτους-πρώτους, αν μη ο πρώτος, στη σειρά των αληθινών πρωταγωνιστών. Χωρίς αυτόν είναι αδύνατον να φανταστούμε την επανάσταση στο Μοριά.. Τι θα μπορούσε να κάμει κι' αυτός ακόμα ο Κολοκοτρώνης , αν ο Δικαίος , με την παράφορη τόλμη πούφτανε ως την ασυνειδησία , την έξαλλη ορμή π' άγγιζε την τρέλα και την καταπληχτική αδιαφορία για την εκλογή των μέσων που συνόρευε με την εγκληματικότητα, δεν άναβε την πυρκαγιά, με τέτοιο τρόπο, από την μία άκρη του Μοριά ως την άλλη, ώστε να βάλει διαλεχτούς και μάζες στο φοβερό δίλημμα. Ή να υποταχτούνε στην τρομερότερη σφαγή από τους Τούρκους, ή να τους αντιμετωπίσουν, ανέτοιμοι, έστω, αλλά σαν άντρες, με το σπαθί στο χέρι και με το συναίσθημα της λευτεριάς.